22/3/09

Νεκρωμένη πόλη...

Σήμερα πάλι ξυπνήσαμε σε μια πόλη με δρόμους άδειους, σκοτεινούς.. Δρόμους που μοιάζουν χωρίς προορισμό, χωρίς προοπτική, με ένα μοναδικό σημείο φυγής… Ξυπνήσαμε εκεί που ελάχιστοι κάτοικοι νιώθουν ελεύθεροι να ζουν στο φως της μέρας και να δοκιμάσουν να περιπλανηθούν μέχρι να βρουν τρόπο διαφυγής. Μέχρι να βρουν το σημείο που οι διαφορετικές πλευρές του δρόμου ενώνονται, που ο ουρανός συναντά τη γη. Μέχρι να βρουν το “σημείο φυγής”…

Ξυπνήσαμε στην πόλη που οι περισσότεροι, αντιθέτως, αναζητούν τρύπες να χωθούν, για να νιώσουν ασφαλείς.. Σφραγίζουν με κλειδαριές τις πόρτες τους, μόνο που δεν έχουν καταλάβει πως τα λουκέτα τους δεν ανοίγουν από την μέσα μεριά… Δεν έχουν καταλάβει πως τα λουκέτα τους βρίσκονται στην εξωτερική πλευρά, και πως είναι εγκλωβισμένοι. Αυτόχειρες φυλακισμένοι..

Και περιπλανιόμαστε ανάμεσα σε δύο κόσμους,
τον ένα νεκρό, τον άλλο ανήμπορο να γεννηθεί..


Και ξαφνικά, μια μέρα, οι τοίχοι έχουν πρασινίσει και περιμένουν την άνοιξη για να ανθίσουν..


Τα αυτοκίνητα δε χρησιμεύουν παρά στο να παριστάνουν γιγάντιες γλάστρες γεμάτες πολύχρωμα λουλούδια και εξωτικά δέντρα τα οποία αναρωτιέσαι από πόσο μακριά ταξίδεψαν πάνω σε αυτές τις τέσσερις ρόδες.. Τι ιστορίες έχει άραγε να διηγηθεί ο φοίνικας που κάθεται στο πίσω κάθισμα, και τι τραγούδια έχει τραγουδήσει όσο κράτησε η διαδρομή;

Και όπως περιπλανιέσαι στους δρόμους, ξαφνικά μες στην σιωπή κάποιος φωνάζει: “ΚΛΕΦΤΕΣ!!!”. Και αντί να δεις τρομαγμένα, παγωμένα πρόσωπα γύρω σου, όλοι ξαφνικά χαμογελούν! Και τρέχουν να τους κόψουν και να τους σκορπίσουν φυσώντας τους στα πρόσωπα των άλλων. Ξαφνικά βρέθηκες μέσα σε ένα λευκό σύννεφο πλημμυρισμένο από γέλια! Και καθώς σήκωσες το χέρι σου για να πλησιάσεις στα χείλη σου αυτόν που είχες κόψει, ...


..............είδες στο χέρι σου το σύμβολο που είχες ζωγραφίσει, και κατάλαβες ότι:
Είναι όνειροοοοοοοοοοοοοοοοο……”

Και ξύπνησες ξανά στην πόλη…Στη πόλη που απομυζεί την ενέργεια από τους κατοίκους της, ξεθωριάζοντάς τους, μετατρέποντάς τους σταδιακά σε άχρωμες σκιές που περιφέρονται μηχανικά (αντί να περιπλανιόνται..) μέχρι να λιώσουν τελείως και να αφανιστούν.. Ή στέκονται ακίνητοι, γιατί η ανάμνηση της ζωής έχει παρασυρθεί στην ανυπαρξία. Ανύπαρκτοι άνθρωποι, με παγωμένα-νεκρωμένα πρόσωπα, βλέμματα, ψυχές..






Και ίσως να μπορούσα να δραπετεύσω από αυτήν την πόλη. Άλλωστε ακόμα κι αν δε βρω το σημείο διαφυγής, το σημείο φυγής μπορώ πάντα να το σχεδιάσω σε μια ζωγραφιά μου, να εισέλθω σε αυτήν μαζί με τους υπόλοιπους και να πετάξουμε μακριά. Όμως εγώ θα παραμείνω.. Ίσως επειδή νομίζω πως μπορώ να θυμίσω στους άλλους, πώς ήταν παιδιά, και να ξαναχαμογελάσουν ευτυχισμένοι, και να ξαναβρούν τα όνειρά τους, και αυτή τη φορά να τα πραγματοποιήσουν. Ίσως επειδή όσο βλέπω πολύχρωμα όνειρα, νομίζω πως μπορώ να καταφέρω τα αδύνατα και να αλλάξω τα πάντα. Ίσως επειδή έχω και εγώ σβηστεί και δεν έχω ενέργεια πια να πάω πουθενά. Ίσως επειδή αγαπάω και αναζητώ επί 2 αιώνες και 9 δευτερόλεπτα τα χαμό μου. Ίσως γιατί είμαι ήδη νεκρή..

Μακάρι να σε είχα συντροφιά σε αυτή την πόλη για να αντέξω λίγες στιγμές παραπάνω.. Μακάρι να σε είχα συνοδοιπόρο σε αυτή την ατέρμονη αναζήτηση της ζωής.. Κάποτε όμως θα σε αντικρίσω, γιατί δεν είσαι παρά μια ζωή μακριά μου, και πόση άραγε να είναι αυτή η απόσταση; Μόνο δυο βήματα, μια ανάσα και μία ριπή του ανέμου. Γιατί μας αγγίζουν οι ίδιες ακτίνες του ήλιου! Κι ακόμα κι αν εδώ που είμαι εγώ κάποιες μέρες είναι τρομαχτικά και σκοτεινά, ελπίζω πως ο ήλιος λάμπει εκεί που είσαι εσύ, και απλώς δεν κατάφεραν οι ηλιαχτίδες σήμερα να με αγγίξουν. Κι ακόμα κι αν δε σε έχω δει και δε σε γνωρίζω, σε βλέπω στα όνειρά μου. Και συνεχίζω να ζω, γιατί ελπίζω ότι κάποτε θα σε συναντήσω.. Γιατί έχεις έρθει να με βρεις σε πολλά όνειρά μου που ήμουν μόνη και θλιμμένη, και με τα πινέλα σου χρωμάτισες το ασπρόμαυρο όνειρο. Και τώρα πια, σου οφείλω να ζωγραφίσουμε μαζί τους τοίχους της πόλης. Ή, τουλάχιστον, πριν χαθείς να ζωγραφίσω μια νύχτα τον τοίχο απέναντι από το παράθυρό σου για να τον δεις το επόμενο πρωί που θα ξυπνήσεις και να θυμηθείς.. Μακάρι να συναντηθούμε πριν σβήσω τελείως (αν δεν είμαι ήδη ανύπαρκτη), έστω για ένα δευτερόλεπτο.. Να προλάβω απλώς να κουνήσω το χέρι μου για να σε αποχαιρετήσω καθώς θα εξαφανίζομαι με το τελευταίο χαμόγελό μου να μένει ασώματο και ακέφαλο, μετέωρο στον αέρα για λίγες στιγμές μέχρι και αυτό να χαθεί..

"Ίσως να ξανάρθεις όταν θα ‘χω πια χαθεί
κι ή θα μ’ έχουν θάψει ή θα ‘χω μαραθεί
Κι ας μη σου καίγεται καρφί
Κι ας συνήθισες κι εσύ."


Μακάρι να προλάβουμε να θυμηθούμε πως η πόλη είναι ένας καμβάς, η πραγματικότητα είναι ένας πίνακας που εμείς ζωγραφίζουμε. Μακάρι να το θυμηθούμε, πριν διαβρωθούμε και λιώσουμε σε ανθρώπινα συντρίμμια και ερείπια, όπως τα κτίρια της πόλης μας..


Εγώ θα είμαι εδώ, να δραπετεύω παραμένοντας, γιατί:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου