27/3/09

If I was god I'd make the flowers smell like the back of your neck..


Τώρα που έρχεται η Άνοιξη
και όλα γεννιούνται
και είναι μαγικά

έστειλα τα πουλιά να σου απαγγείλουν ποιήματα,
γιατί αυτό είναι μελωδία (ακοή),
μα εσύ δε τα ακουσες
από το θόρυβο μες στο μυαλό σου...

έστειλα τα ομορφότερα λουλούδια να σου λικνίζονται
σε μεθυστικούς χορούς,
γιατί αυτό είναι ευωδιά (όσφρηση),
μα εσύ δε τα είδες (όραση)
τυφλωμένος από το μίσος σου...

εστειλα τον αγέρα να ψιθυρίζει το όνομά σου
γιατί αυτό είναι χάδι (αφή),
μα εσύ δε τον γεύτηκες (γεύση)
από την πίκρα που σε γέμιζε..

Έστειλα την ψυχή μου να σε προσέχει,
γιατί αυτό είναι αγάπη,
μα με τις νεκρωμένες σου αισθήσεις
δεν την αναγνώρισες και την ποδοπάτησες..



If I was god I'd make the flowers smell like the back of your neck..



Ένα μαγευτικό γκράφιτι από τον "Herakut". :)

Φίλοι ούτε στη φαντασία μου?..

Θυμάσαι εκείνο το βράδυ το θολό;
Μια ομίχλη μας τύλιγε, και έτσι αποφάσισα να σου γνωρίσω τους φίλους μου..
Γιατί μόνο όταν
{ενώ είσαι στην πόλη, σε ένα άδειο bar κι έχει ξηρασία}
βλέπεις γύρω σου ομίχλη,
τότε ταιριάζει να μιλήσεις για αυτούς τους φίλους.
Τους φίλους που ξέρουν τα πάντα για σένα,
γιατί απλούστατα τους έχεις φτιάξει εσύ.
Τους έχεις φανταστεί εσύ..
Και έχεις αντέξει να τους έχεις χρόνια δίπλα σου, κι ας ανησυχούσαν οι γονείς σου όταν παιδί γέλαγες μόνη σου στο δρόμο. Άντεξες ακόμα και όταν ως παιδί σε έκαναν να μπερδεύεις το πραγματικό.
Τους αγαπάς αδιάκοπα γιατί όποτε τους χρειάζεσαι είναι εκεί,
γιατί στην ουσία μάλλον είσαι εσύ,
γιατί απλούστατα έχετε μεγαλώσει μαζί.

Αυτό που με πονάει τώρα, που είσαι τόσο μακριά, είναι πως
δε μπορώ ούτε να σε φανταστώ..
Γιατί δε θες να είσαι εκεί,
μες στο μυαλό μου.

Γιατί αν ήθελες αρκούσε ένα “Γεια” και μια “Kαληνύχτα” να είχες πει.
Σαν ξένος,
ένα ξερό λουλούδι να μου είχες φέρει
ώστε η σκόνη του να μας ταξιδεύει μαζί
μες στο δικό μου μυαλό και τη ψυχή.



Άσε με να σε φαντάζομαι.
Να γίνεις ένα
με τους φίλους που χρόνια πια με συντροφεύουν
κι ας μην υπάρχουν εκεί..

Επέτρεψέ μου να σε έχω,
στις παρέες που με αγκαλιάζουν
που χορεύουμε, γελάμε, κλαίμε
κι ας με βλέπουν οι άλλοι μοναχή..

Να ταξιδεύω
με τις ρόδες τις φαντασίας μου
πάνω στις ράγες του πενταγράμμου
που κρέμονται οι νότες τις φωνής σου
κι οι άλλοι ας ακούνε μόνο τη σιωπή..

Άσε με ένα φανταστικό φίλο να σε έχω..
Αρκεί, ένα γεια, να είχες πει..
Σαν ξένος,
ένα ξερό λουλούδι να μου είχες φέρει
ώστε η σκόνη του να μας ταξιδεύει μαζί
μες στο δικό μου μυαλό και τη ψυχή.

Να μιλάω, να γελάω “μόνη” μου
Κι ας με λένε τρελή..

25/3/09

Cold Love - Cold Kiss {Ένα παγάκι σε σχήμα καρδιάς..}


Δε θέλω να λιώσω την παγωμένη σου καρδιά.
Μόνο να την ζεστάνω με την ανάσα μου..
Γι’ αυτό θα την κρατήσω εδώ, ανάμεσα στα χείλη μου
κι ας τα παγώνει, κι ας τα νεκρώνει, σταδιακά.
Όπως σε κρατούσα, όταν κοιμόσουνα, στα χέρια μου
Κι ας παρέλυαν σιγά-σιγά..

Θα νιώθω το νερό, σε σταγόνες
να κυλάει στο λαιμό και το σώμα μου,
όπως ένιωθα το αίμα να κυλά στις φλέβες σου,
όταν κοιμόσουν στα πόδια μου
ενώ διάβαζα το αγαπημένο σου παιδικό παραμύθι
ταξιδεύοντας στο χάρτη των ρυτίδων του χεριού σου..

Και ή θα ξεδιψάσω ή θα πνιγώ..




Τις φωτογραφίες τις έχω πάρει από redish.james' photostream (flickr)

22/3/09

Νεκρωμένη πόλη...

Σήμερα πάλι ξυπνήσαμε σε μια πόλη με δρόμους άδειους, σκοτεινούς.. Δρόμους που μοιάζουν χωρίς προορισμό, χωρίς προοπτική, με ένα μοναδικό σημείο φυγής… Ξυπνήσαμε εκεί που ελάχιστοι κάτοικοι νιώθουν ελεύθεροι να ζουν στο φως της μέρας και να δοκιμάσουν να περιπλανηθούν μέχρι να βρουν τρόπο διαφυγής. Μέχρι να βρουν το σημείο που οι διαφορετικές πλευρές του δρόμου ενώνονται, που ο ουρανός συναντά τη γη. Μέχρι να βρουν το “σημείο φυγής”…

Ξυπνήσαμε στην πόλη που οι περισσότεροι, αντιθέτως, αναζητούν τρύπες να χωθούν, για να νιώσουν ασφαλείς.. Σφραγίζουν με κλειδαριές τις πόρτες τους, μόνο που δεν έχουν καταλάβει πως τα λουκέτα τους δεν ανοίγουν από την μέσα μεριά… Δεν έχουν καταλάβει πως τα λουκέτα τους βρίσκονται στην εξωτερική πλευρά, και πως είναι εγκλωβισμένοι. Αυτόχειρες φυλακισμένοι..

Και περιπλανιόμαστε ανάμεσα σε δύο κόσμους,
τον ένα νεκρό, τον άλλο ανήμπορο να γεννηθεί..


Και ξαφνικά, μια μέρα, οι τοίχοι έχουν πρασινίσει και περιμένουν την άνοιξη για να ανθίσουν..


Τα αυτοκίνητα δε χρησιμεύουν παρά στο να παριστάνουν γιγάντιες γλάστρες γεμάτες πολύχρωμα λουλούδια και εξωτικά δέντρα τα οποία αναρωτιέσαι από πόσο μακριά ταξίδεψαν πάνω σε αυτές τις τέσσερις ρόδες.. Τι ιστορίες έχει άραγε να διηγηθεί ο φοίνικας που κάθεται στο πίσω κάθισμα, και τι τραγούδια έχει τραγουδήσει όσο κράτησε η διαδρομή;

Και όπως περιπλανιέσαι στους δρόμους, ξαφνικά μες στην σιωπή κάποιος φωνάζει: “ΚΛΕΦΤΕΣ!!!”. Και αντί να δεις τρομαγμένα, παγωμένα πρόσωπα γύρω σου, όλοι ξαφνικά χαμογελούν! Και τρέχουν να τους κόψουν και να τους σκορπίσουν φυσώντας τους στα πρόσωπα των άλλων. Ξαφνικά βρέθηκες μέσα σε ένα λευκό σύννεφο πλημμυρισμένο από γέλια! Και καθώς σήκωσες το χέρι σου για να πλησιάσεις στα χείλη σου αυτόν που είχες κόψει, ...


..............είδες στο χέρι σου το σύμβολο που είχες ζωγραφίσει, και κατάλαβες ότι:
Είναι όνειροοοοοοοοοοοοοοοοο……”

Και ξύπνησες ξανά στην πόλη…Στη πόλη που απομυζεί την ενέργεια από τους κατοίκους της, ξεθωριάζοντάς τους, μετατρέποντάς τους σταδιακά σε άχρωμες σκιές που περιφέρονται μηχανικά (αντί να περιπλανιόνται..) μέχρι να λιώσουν τελείως και να αφανιστούν.. Ή στέκονται ακίνητοι, γιατί η ανάμνηση της ζωής έχει παρασυρθεί στην ανυπαρξία. Ανύπαρκτοι άνθρωποι, με παγωμένα-νεκρωμένα πρόσωπα, βλέμματα, ψυχές..






Και ίσως να μπορούσα να δραπετεύσω από αυτήν την πόλη. Άλλωστε ακόμα κι αν δε βρω το σημείο διαφυγής, το σημείο φυγής μπορώ πάντα να το σχεδιάσω σε μια ζωγραφιά μου, να εισέλθω σε αυτήν μαζί με τους υπόλοιπους και να πετάξουμε μακριά. Όμως εγώ θα παραμείνω.. Ίσως επειδή νομίζω πως μπορώ να θυμίσω στους άλλους, πώς ήταν παιδιά, και να ξαναχαμογελάσουν ευτυχισμένοι, και να ξαναβρούν τα όνειρά τους, και αυτή τη φορά να τα πραγματοποιήσουν. Ίσως επειδή όσο βλέπω πολύχρωμα όνειρα, νομίζω πως μπορώ να καταφέρω τα αδύνατα και να αλλάξω τα πάντα. Ίσως επειδή έχω και εγώ σβηστεί και δεν έχω ενέργεια πια να πάω πουθενά. Ίσως επειδή αγαπάω και αναζητώ επί 2 αιώνες και 9 δευτερόλεπτα τα χαμό μου. Ίσως γιατί είμαι ήδη νεκρή..

Μακάρι να σε είχα συντροφιά σε αυτή την πόλη για να αντέξω λίγες στιγμές παραπάνω.. Μακάρι να σε είχα συνοδοιπόρο σε αυτή την ατέρμονη αναζήτηση της ζωής.. Κάποτε όμως θα σε αντικρίσω, γιατί δεν είσαι παρά μια ζωή μακριά μου, και πόση άραγε να είναι αυτή η απόσταση; Μόνο δυο βήματα, μια ανάσα και μία ριπή του ανέμου. Γιατί μας αγγίζουν οι ίδιες ακτίνες του ήλιου! Κι ακόμα κι αν εδώ που είμαι εγώ κάποιες μέρες είναι τρομαχτικά και σκοτεινά, ελπίζω πως ο ήλιος λάμπει εκεί που είσαι εσύ, και απλώς δεν κατάφεραν οι ηλιαχτίδες σήμερα να με αγγίξουν. Κι ακόμα κι αν δε σε έχω δει και δε σε γνωρίζω, σε βλέπω στα όνειρά μου. Και συνεχίζω να ζω, γιατί ελπίζω ότι κάποτε θα σε συναντήσω.. Γιατί έχεις έρθει να με βρεις σε πολλά όνειρά μου που ήμουν μόνη και θλιμμένη, και με τα πινέλα σου χρωμάτισες το ασπρόμαυρο όνειρο. Και τώρα πια, σου οφείλω να ζωγραφίσουμε μαζί τους τοίχους της πόλης. Ή, τουλάχιστον, πριν χαθείς να ζωγραφίσω μια νύχτα τον τοίχο απέναντι από το παράθυρό σου για να τον δεις το επόμενο πρωί που θα ξυπνήσεις και να θυμηθείς.. Μακάρι να συναντηθούμε πριν σβήσω τελείως (αν δεν είμαι ήδη ανύπαρκτη), έστω για ένα δευτερόλεπτο.. Να προλάβω απλώς να κουνήσω το χέρι μου για να σε αποχαιρετήσω καθώς θα εξαφανίζομαι με το τελευταίο χαμόγελό μου να μένει ασώματο και ακέφαλο, μετέωρο στον αέρα για λίγες στιγμές μέχρι και αυτό να χαθεί..

"Ίσως να ξανάρθεις όταν θα ‘χω πια χαθεί
κι ή θα μ’ έχουν θάψει ή θα ‘χω μαραθεί
Κι ας μη σου καίγεται καρφί
Κι ας συνήθισες κι εσύ."


Μακάρι να προλάβουμε να θυμηθούμε πως η πόλη είναι ένας καμβάς, η πραγματικότητα είναι ένας πίνακας που εμείς ζωγραφίζουμε. Μακάρι να το θυμηθούμε, πριν διαβρωθούμε και λιώσουμε σε ανθρώπινα συντρίμμια και ερείπια, όπως τα κτίρια της πόλης μας..


Εγώ θα είμαι εδώ, να δραπετεύω παραμένοντας, γιατί:

19/3/09

Fake weapon

Ωραίο δεν είναι αυτό το stencil του Fake ?

YOUR WEAPON OF CHOICE

destroy

SRAY PAINT

will destroy anything

weapon of mass destruction

ONLY USE FOR ANARCHY OR
ON GOVERMENT PROPERTΥ

Οι νεκρές συνειδήσεις, κάποτε βρικολακιάζουν...


Όλοι κάποια στιγμή στη ζωή μας αποφασίζουμε να κοιμίσουμε τη συνείδησή μας, με την ελπίδα να “φύγει μακριά” και να μας απαλλάξει από την παρουσία της.. Ακόμα δεν έχω καταλάβει το λόγο, γιατί τις 17386 φορές που το έχω κάνει, η συνείδησή μου κοιμόταν και γι’ αυτό δεν έχω ιδέα τι μου συνέβαινε, για ποιο λόγο, ούτε καν πώς και πότε ξεκίνησε..

Έτσι, όλη μέρα: στη δουλεία, μπροστά στην τηλεόραση, διαβάζοντας ένα ανούσιο, χωρίς περιεχόμενο, εύπεπτο περιοδικό-εφημερίδα-βιβλίο, γυρνώντας στους δρόμους καταναλώνοντας, προσπαθούμε να κοιμίσουμε τη συνείδησή μας. Τη βάζουμε στο κρεβάτι της, τη σκεπάζουμε ελπίζοντας να μείνει εκεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Να την κοιμίσουμε για να μην έρθει τη νύχτα όταν θα κοιμόμαστε στα όνειρά μας και μας ενοχλήσει. Όμως αυτή κάθε βράδυ πλησιάζει νυχοπατώντας και εισέρχεται στους εφιάλτες μας για να μας ταρακουνήσει. Να μας ξυπνήσει για να παραμείνουμε άγρυπνοι, βυθισμένοι στο σκοτάδι, στη σιωπή και έτσι να αναγκαστούμε να αναλογιστούμε γιατί είδαμε μόλις αυτόν τον εφιάλτη, τι σημαίνει για μας η φρίκη που μόλις αντικρίσαμε. Εμείς όμως δε της κάνουμε αυτή τη χάρη της συνείδησης. Ανοίγουμε την τηλεόραση, πίνουμε ένα ποτό, παίρνουμε υπνωτικά χάπια και καταφέρνουμε πάντως τελικά να μη σκεφτούμε.

Και σταδιακά αρχίζει να μας κουράζει αυτή η μάχη με τη συνείδησή μας. Μας κουράζει να τιναζόμαστε στον ύπνο μας και να ξυπνάμε λουσμένοι στον ιδρώτα. Έτσι αποφασίζουμε να την κοιμίζουμε ολοένα και περισσότερο. Αποφασίζουμε να την αφήνουμε να κοιμάται ώρες ατελείωτες χωρίς τροφή μέχρι να πεθάνει. Να τη στέλνουμε στο κρεβάτι νηστική χωρίς να μας νοιάζει που, όσο περνάει ο καιρός, σκεπάζουμε πια ένα σκελετωμένο σώμα που μας κοιτάει με μισόκλειστα βλέφαρα γιατί δεν έχει πια αντοχή ούτε να τα ανοίξει για να δει γύρω του. Συνεχίζουμε να τη σκεπάζουμε μηχανικά (χωρίς ούτε καν να θυμόμαστε ποιον σκεπάζουμε και γιατί) και δεν αντιλαμβανόμαστε πως είναι ένας σκελετός, πως είναι πια νεκρή..

Και τι ωραία!!.. Κοιμόμαστε πια τόσο “όμορφα” πια τα βράδια! Ακόμα κι όταν ξυπνάμε κατά τη διάρκεια της νύχτας δε θυμόμαστε καν τι ονειρευτήκαμε πριν λίγες στιγμές και τι προκάλεσε τη διακοπή του λήθαργού μας. Κοιμόμαστε τόσο ωραία που το πρωί δε θέλουμε καν να σηκωθούμε. Δεν θυμόμαστε καν τι έχουμε να κάνουμε αυτή τη μέρα. Δε θυμόμαστε καν τι υπάρχει έξω από την πόρτα του σπιτιού μας. Αλλά βεβαίως ξυπνάμε και σηκωνόμαστε γιατί πρέπει να πάμε στη δουλειά μας και δε θέλουμε να χάσουμε και την αγαπημένη μας εκπομπή στην τηλεόραση, ούτε και να προλάβει κάποιος άλλος να αγοράσει εκείνα τα ωραία αντικείμενα που είχαμε δει σε εκείνη τη βιτρίνα..

Και ξαφνικά, ένα πρωί μπροστά στον καθρέπτη καθώς χτενιζόμαστε (βαφόμαστε, ξυριζόμαστε –ανάλογα με το φύλο, τις συνήθειες ή τις ιδιαιτερότητές μας) βλέπουμε δυο κουκίδες αίμα στο πλάι του λαιμού μας… “Σπυράκια που έξυσα στον ύπνο μου θα είναι”, σκεφτόμαστε. Πλένουμε δόντια και φεύγουμε από το σπίτι. Μετά από 6-7 μέρες αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε για τις πληγές που ακόμα δεν έχουν επουλωθεί. Όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά γιατί μας χαλάνε την εικόνα μας. “Και αυτοί οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια που εμφανίστηκαν πριν λίγες μέρες γίνονται όλο και πιο έντονοι..”, μονολογούμε. Μήπως ο ύπνος μας τελικά δεν είναι και τόσο ευχάριστος και τόσο ευεργετικός όσο υποθέταμε;..

Σε αυτή τη φάση είναι πια καιρός να καταλάβεις ότι η νεκρή συνείδησή σου βρικολάκιασε. Τα βράδια παύει πια ο σκελετός να μένει κουκουλωμένος εκεί που τον έχεις ξεχάσει παρατημένο. Πετάει τα σκεπάσματα και σερνάμενος φτάνει μέχρι το προσκεφάλι σου για να σου πιει το αίμα, για να σου ρουφήξει την ψυχή. Και μόλις αρχίσει να χαράζει τρέχει η συνείδηση στο κρεβάτι-καταφύγιό της για να μην την πάρεις είδηση πριν γίνει όσο δυνατή θέλει. Μην την καταλάβεις πριν βάλει σάρκα στα κόκαλά της και μπορέσεις πάλι πολύ εύκολα να την εξουδετερώσεις..

Καιρός λοιπόν για ένα καλό γεύμα αν θες να επιζήσεις και όχι απλώς να επιβιώσεις! Αν δε θες η συνείδησή σου να λιώσει το σώμα σου και δυνατή, ελεύθερη, αλλά και μόνη να πετάξει μακριά από το κουφάρι σου.. Βγάλε από τα αραχνιασμένα ντουλάπια κατσαρόλες και κουτάλες. Βάλε νερό να βράσει και ρίξε μέσα 3 βιβλία, 20 ζωγραφιές, 250 gr ελευθερίας, 80 gr πάθος και 300 gr όνειρα-στόχους και ρίξε και 2 κουταλιές της σούπας μουσικές νότες για καρυκεύματα. Αυτοσχεδίασε κιόλας λίγο, η μαγειρική θέλει έμπνευση, μη περιμένεις έτοιμη συνταγή!! Μόλις ομογενοποιηθούν όλα, βάλε το φαγητό σε μια πιατέλα, διακόσμησέ το με χορδές και λίγες πολύχρωμες πινελιές και κάλεσε τη συνείδησή σου για δείπνο. Και αφού φάτε μαζί και συζητήσετε πάνω από τα άδεια πιάτα σας, ντυθείτε, στολιστείτε και βγείτε έξω.

Είτε μέρα είναι είτε νύχτα, δεν υπάρχει πρόβλημα πια. Συμφιλιωμένοι, με σάρκα και οι δυο στα οστά σας, είστε έτοιμοι να θυμηθείτε τι υπάρχει έξω από την πόρτα σας. Και έχετε πια αρκετή δύναμη να περπατήσετε πιασμένοι από το χέρι. Να σκαρφαλώσετε σε ορειβατικά μονοπάτια ιδεών, να καταδυθείτε στους βυθούς των ονείρων σας και να περιπλανηθείτε στην πραγματικότητα! Εσύ και η συνείδησή σου! (γι’ αυτό μαζί με τα “κατσαρολικά” βγάλε και τη “σκηνή” σας και τους “υπνόσακούς” σας από το μουχλιασμένο πατάρι!).


Καιρός να συμμαχήσετε εναντίον
σε ό,τι σας απομάκρυνε, ό,τι σας έκανε εχθρούς!
Να τα περιγελάσετε και να ξεχάσετε καν σε τι χρησιμεύουν.
Όχι να αγνοήσετε τη χρήση τους!!
Να την ξεχάσετε τόσο, που πια δε θα έχουν καν χρήση,
που πια οι λέξεις θα έχουν αναδομηθεί στη σωστή ερμηνεία τους
για να τις χρησιμοποιήσετε όντας πια ελεύθεροι.


"Ο κόσμος αλλάζει
Δε σας χρειάζεται πια έναν-έναν
Όλους μαζί σας έχει
Όλους μαζί σας έχει
Όλους μαζί σας έχει
ΑΝΑΓΚΗ"




6/3/09

«πριν μεταμορφωθώ σε ένα σωρό από ξερά φύλλα, δέξου αυτό το φιλί στα χείλη σου»

Δέξου αυτό το φιλί στα χείλη σου
Τώρα που πια δεν είμαστε άνθρωπος ένας.
Τώρα που όλα αναλώθηκαν
Και γίνεσαι κανένας..

Στο νησί που καθόμασταν αγκαλιά,
Βλέποντας τα πλοία να φεύγουν για το άπειρο
διανύοντας ακτινωτές αόρατες τροχιές,
Το άπειρο μας τράβηξε μακρυά
σε διαφορετικές ακτίνες,
χώρια.

Τώρα που πια η βροχή παρέσυρε
το όνειρο που άλλαζε πάντοτε,
Τώρα που και το ουράνιο τόξο ξεθώριασε
και σβήνει, σαν να μην υπήρξε τίποτε κάποτε..

Στέκομαι στο σωρό με τα ξεραμένα μου φύλλα.
Σε αυτόν που, παιδικό καταφύγιο, πήγαινα μέσα να κρυφτώ
Σε αυτόν που, μόνη πια, ανέλπιδα
γυρνάω να νιώσω, να θυμηθώ.
Να τον ποτίσω με δάκρυά
Τον ξεραμένο σωρό.

Κρατώ-κοιτώ τα ξεραμένα φύλλα στα χέρια μου
να θρυμματίζονται σε άπειρα κομμάτια
που το καθένα άγνωστη ρότα ακολουθεί
απομακρυνόμενο στο άπειρο.

Για να καταφέρει κάποιο να βρει
τη ρότα που ακολούθησες εσύ.
Να βρει εσένα
και να σου φέρει το δάκρυ μου.

Αυτό το δάκρυ είναι το φιλί μου
ενώ σε ένα σωρό από ξερά φύλλα με μεταμορφώνει.
Δέξου αυτό το φιλί στα χείλη σου.
Τώρα που έμεινα μόνη.
Τώρα που πια δεν είμαι όνειρο μέσα στο όνειρό σου.
Τώρα που η μοναξιά κατατροπώνει.

Δέξου αυτό το φιλί
Τώρα που ξέρω πως εκείνη μου η ζωή
Δεν ήταν παρά ένα όνειρο
Μέσα στο όνειρό μου που λέγεται ΖΩΗ

Γιατί αυτή η σταγόνα που ένιωσες στα χείλη σου
δεν ήταν από τη βροχή
Ήταν το δάκρυ μου που έγινε
φιλί.

Sometimes Rainbows Fade...


Έστω (a_n) μία πραγματική ακολουθία.
Λέμε ότι η ακολουθία έχει όριο το άπειρο,
αν για κάθε Μ > 0 υπάρχει (τουλάχιστον ένα) Ν τέτοιο,
ώστε για κάθε Μ>Ν να ισχύει:
a_n>Μ {αν και μόνο αν} a_n ανήκει (Μ,+άπειρο)
και συμβολίζεται: lim(a_n)=+άπειρο (για n τείνει στο άπειρο)

Sometines Rainbows Fade..
Μερικές φορές τα ουράνια τόξα ξεθωριάζουν!
Και τότε εξαρτάται από μας να πάρουμε τα πινέλα μας και να τα ζωγραφίσουμε ξανά!

Γιατί όσο κι αν τα δάκρυά μας δε θα δημιουργήσουν κανένα ουράνια τόξο (Τουλάχιστον εγώ δεν έχω δει κανένα στις 252162693 φορές που έχω κλάψει. Θα μου πεις “με τα μάτια γεμάτα δάκρυα περιμένεις να δεις οτιδήποτε;” Και θα απαντήσω ότι έχεις δίκιο.. μάλλον..). Όσο λοιπόν κι αν τα δάκρυά μας δύσκολα θα δημιουργήσουν ένα ουράνιο τόξο, το ότι κλαίμε αποδεικνύει ότι νιώθουμε, ότι ζούμε ακόμα, όσο κι αν νομίζουμε ότι η αιτία των δακρύων μας, μας έχει σκοτώσει. Και η παρουσία δακρύων [έστω δάκρυα (βλέπε μαθηματικές αποδείξεις..)] -στα μάτια, στα μάγουλα, στο μαξιλάρι, στο χαρτί- συνεπάγεται ότι τείνουμε στο όριό μας (lim), το άπειρο. [Συν (+) άπειρο εννοώ. Εκεί που στέκεσαι στους άξονες, δεξιά όπως βλέπω εγώ να πας (μη το ερμηνεύσεις ιδεο-πολιτικά, ελπίζω να μην είσαι τόσο βλάκας!). Από την άλλη κατεύθυνση αν πας, μετά το 0 έρχεται η κατρακύλα σου.. Και θα την πατήσεις αν ξεχάσεις ότι υπάρχουν και τα πρόσημα. Θα νομίζεις πως ανεβαίνεις, ενώ στην πραγματικότητα θα καταποντίζεσαι!].

Και το άπειρο του μυαλού μας και της ψυχής μας είναι όταν δεν περιμένουμε να συσσωρευτούν υδρατμοί, να βρέξει, και (αν είμαστε τυχεροί και βρισκόμαστε στην κατάλληλη οπτική γωνία) να δούμε το λευκό αόρατο φως να αναλύεται σε όλα τα χρώματα του φάσματος. Το άπειρό είναι όταν παίρνουμε πινέλα, σπρέυ, μολύβια, κιθάρες και ό,τι έχει ο καθένας και “ζωγραφίζουμε” ουράνια τόξα. Και μη ξεχνάς, δε τα “ζωγραφίζουμε μικρά” (σαν αυτά που θα μπορούσαν να σχηματίσουν τα δάκρυα που θυσιάζουμε ολομόναχοι για να μη τα δει κανείς άλλος) αλλά όσο μεγαλύτερα μπορούμε, για να τα δουν και όλοι οι άλλοι και να έρθουν από κάτω τους να “ζωγραφίσουν” κι αυτοί: λουλούδια, πουλιά, δέντρα, ζώα, ποτάμια, καταρράκτες, κόκκινα μπαλόνια και ολόκληρούς κόσμους!!! Άρα ελπίζω οι πράξεις μου, οι πράξεις σου, οι πράξεις του, οι πράξεις μας να είναι συγκλίνουσες ακολουθίες γιατί τότε μετά από Ν βήματα (όπου Ν>0) θα φτάσουν στο (+) άπειρο, όπερ έδει δείξαι! Και, ρε εσείς, θέλω πολύ να ζω σε έναν κόσμο με ουράνια τόξα, λουλούδια, δέντρα, ζώα, ποτάμια, καταρράκτες, κόκκινα μπαλόνια και χαμογελαστούς ανθρώπους που έχουν κάνει τους κόσμους τους και τα όνειρά τους πραγματικότητα!!!!
Και επειδή ένα από τα πιθανά πρώτα βήματα αυτής της απόδειξης (αυτό που χρησιμοποιήσαμε και εδώ άλλωστε) είναι η ύπαρξη των δακρύων, μη το παίρνετε κατάκαρδα όταν κάποιος σας κοροϊδεύει και σας βρίζει όταν κλαίτε. Πιθανότατα είναι κάποιος που πηγαίνοντας κάθε μέρα στη δουλειά του περνάει από μια επταόροφη πολυκατοικία με ένα γκράφιτι σε όλη τη πλευρά της (και μάλιστα από τη μεριά του δρόμου, για να μη το χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία) που όμως δε το έχει δει ποτέ. Που ξέρει ότι κάθε μέρα ο ήλιος δύει, αλλά έχει χρόνια να δει ένα ηλιοβασίλεμα γιατί περπατάει σκυφτός κοιτάζοντας τις σπασμένες πλάκες του πεζοδρομίου και τις λακκούβες του δρόμου βρίζοντας από μέσα του τους γύρω του..
Δεν είναι τόσο κακό να κλαίμε. Κακό είναι να κλαιγόμαστε!!!
Boo hoo is not so bad, boo fucking hoo sucks!!!

5/3/09

“Ζώντας στη σκουπιδοσακούλα κάποιου”

Αγαπητό μου σαλιγκάρι,

Oooops… Μόλις κατάλαβα ότι τους τελευταίους μήνες ζούσα μέσα στη σκουπιδοσακούλα κάποιου!!! Και το περίεργο, για σένα ίσως, είναι πως μου άρεσε! Και φυσικό ήταν να μου άρεσε πάρα πολύ, αφού είχα περίεργα αντικείμενα απροσδιορίστου σχήματος και χρήσης (που πια δεν ήξερες καν αν μπορούσες να τα πεις με το όνομα που είχαν παλιά, αφού σίγουρα δεν είχαν πια την αρχική τους χρήση), και έφτιαχνα γλυπτά και ζωγραφιές με τα αντικείμενα αυτά, και στόλιζα το “σπίτι” μου και την ψυχή μου.

Ομπρέλες χωρίς το μουσαμά τους και με το σκελετό τους γυμνό, με λίγες αλλαγές γινόντουσαν κρεμάστρες για παλτά. Αποτυχημένες ζύμες γινόντουσαν πηλός, για να φτιάχνω αντικείμενα και να αλλάζω το σκηνικό του χώρου που ζούσα. Αλουμινόχαρτα γινόντουσαν καθρέπτες ανθρωπόμορφου σχήματος. Είχα διαφορετικών χρωμάτων υγρά, και μ’ αυτά ζωγράφιζα τον κόσμο μου σε καμβάδες που έφτιανα από τα κουρέλια που έβρισκα χωμένα ανάμεσα σε τσόφλια αυγών και μπανανόφλουδες. Είχα κατασκότεινα μέρη για να εμφανίζω τα φωτογραφικά μου φιλμ. Καμένα-καρβουνιασμένα φαγητά χρησίμευαν για να φτιάχνω σκίτσα με τη μουτζούρα τους.

Έβγαλα όλο το Χειμώνα χωρίς να βραχώ (τουλάχιστον όχι από τη βροχή) και είμαι ευγνώμων για αυτό. Στα σκουπίδια αυτού του αγνώστου εγώ έβλεπα θαύματα, ή έστω προσπαθούσα να κάνω θαύματα από αυτά. Προσπάθησα κάποιες φορές να τα τακτοποιήσω, αλλά αμέσως πέταγε και άλλα και ξαναγινόντουσαν όλα ακόμα χειρότερο μπάχαλο. Μέχρι που κουράστηκα στη σκέψη να τακτοποιήσω και απλώς άρχισα να φτιάχνω περισσότερα γλυπτά, για να μειωθούν τα απεχθή σκουπίδια. Άρχισα να ζωγραφίζω περισσότερο, για να έχει λιγότερη γλίτσα και να μη γλιστράω σε κάθε βήμα..

Και ξαφνικά, άρχισαν όλα να τρίζουν και να πέφτουν. Ευτυχώς τα δημιουργήματά μου ήταν γερά και με την πτώση δεν χάλασαν! Πέταξε τόσα πολλά σκουπίδια που η σακούλα γέμισε και αποφάσισε να την ξεφορτωθεί. Έτσι κατάλαβα πού ζούσα τόσο καιρό, όταν άρχισα να μετακινείται το “σπίτι” μου μ’ εμένα μέσα. Όταν άκουσα το τρίξιμο από τους μεντεσέδες του κάδου παραξενεύτηκα. Αλλά όταν άκουσα το φορτηγό να αλέθει τις άλλες σακούλες ήμουν πια σίγουρη. Πήρα τα γλυπτά μου και τις ζωγραφιές μου και όλα μου τα υπάρχοντα γρήγορα-γρήγορα και βγήκα έξω.

Και κάτι μου βρώμαγε τον τελευταίο καιρό, αλλά νόμιζα πως ήταν η μυρωδιά από τα χημικά που χρησιμοποιούσα για την εμφάνιση και εκτύπωση των φωτογραφιών μου… Μα να πάω να ζήσω σε μια σκουπιδοσακούλα;! Και μάλιστα ενός αγνώστου;! Ευτυχώς που δεν αρρώστησα από τις συνθήκες εκεί, να έχουμε τώρα άλλα. Άντε, και σύντομα θα μπορέσω και να σε δω ξανά γιατί μάλλον δε θα βρωμάω πια τόσο πολύ σκουπιδίλα.

Τα σιχαμένα φιλιά μου
Περιμένω νέα σου!
La Nube*H συννεφούλα σου

Y.Γ. Ευπρόσδεκτα μυρωδάτα άνθη και μπουκάλια αφρόλουτρο. Δε θα πάνε χαμένα στην παρούσα φάση. Και σαλιγκαράκι μου, σταμάτα να τρως τα γεράνια μου και τα κυκλάμινά μου, τα έχεις ρημάξει! Τώρα που δεν έχω σπίτι και μένω στις γλάστρες μου, χρειάζομαι να έχουν πυκνά φύλλα για τις ανοιξιάτικες βροχές. Και έρχεται και καλοκαίρι, μη καίγομαι από τον ήλιο! Άντε, μόνο τα λουλούδια μου που βγαίνουν από βολβούς έχεις αφήσει, και αυτά δεν έχουν φύλλα για να προστατευτώ!!


Παρεμπιπτόντως, άσχετα με το τι λέω, ξέρω πολύ καλά πως
θα μου λείψει τρελά η μαύρη γυαλιστερή σκουπιδοσακούλα μου!!
Όχι γιατί δεν θα βρίσκω υλικά για τα γλυπτά μου
και ζουμιά για τις ζωγραφιές μου.
Όχι γιατί θα πρέπει να περιμένω να νυχτώσει
νύχτα χωρίς φεγγάρι για να εμφανίσω φιλμ…
Θα μου λείψει, γιατί
θα μου λείψει ο υπέροχος “άγνωστος” ιδιοκτήτης της.

Θα προτιμούσα να με άφηνε να ζήσω σε ένα συρτάρι ή ντουλάπι του,
αλλά και στη σκουπιδοσακούλα του ωραία ήταν.
Όχι γιατί έβρισκα σκουπίδια..
Σκουπίδια πέφτουν στο κεφάλι μου καθημερινά
(καθώς περπατάω και κοιτάω ένα λουλούδι να ανθίζει
ή ένα σκύλο να γλύφει το πόδι του ή ένα παιδί να χαμογελάει).
Μόλις χαλαρώσεις λίγο ή νιώσεις πως κάτι ωραίο υπάρχει δίπλα σου,
από όλες τις άλλες διευθύνσεις εκτοξεύονται σκουπίδια πάνω σου..
Θα μου λείψει γιατί ήταν τα δικά του σκουπίδια και
είχαν λίγη από την αστερόσκονή του!!
Μακάρι να μην είχε πετάξει τη σακούλα του..
Μακάρι, για την ακρίβεια,
να μην με είχε πετάξει μαζί της έξω,
μακρυά από τον ίδιο και το χώρο του..

Μια συμβουλή:
πριν πετάξετε τα σκουπίδια σας,
να κοιτάτε πάντα μήπως κάποιος μένει μέσα στη σακούλα!

Και το απόφθεγμα από αυτή την εμπειρία μου:
δεν είναι τόσο άσχημη η μυρωδιά της σκουπιδίλας.
Μετά από λίγο τη συνηθίζεις. Και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό,
ειδικά αν ο ιδιοκτήτης της αξίζει τόσο ώστε
να φτιάχνεις γλυπτά από τα σκουπίδια του.
Γιατί, τα δικά σου και τα δικά μου σκουπίδια μυρίζουν καλύτερα;!

3/3/09

Μήπως πεινάς; Μήπως βαριέσαι; Καλή σου όρεξη.. Εγώ δε θα πάρω!!


Βαριέμαι να κάνω αυτό που πρέπει, πράγμα πολύ συνηθισμένο και αναμενόμενο από όσο με γνωρίζω. Αν και είναι λίγο ανησυχητικό το ότι βαριέμαι να κάνω “πρέπει” που έθεσα εγώ.. Και τι κάνουμε όλοι όταν βαριόμαστε και δε θέλουμε να κάνουμε τίποτα, αλλά δε θέλουμε και να το παραδεχτούμε; Η λέμε παραμύθια στον εαυτό μας και ταξιδεύουμε μακριά από τα “πρέπει” μας, ή, αν βαριόμαστε πολύ και για αυτό, του πουλάμε παραμύθια ότι έχει κάτι πολύ σημαντικό να κάνει για την επιβίωση του πρώτα.. και μετά θα κάνει πραγματικότητα όλα τα “πρέπει” που αποφάσισε! Και τι κάνουμε τότε; Ανοίγουμε το ψυγείο και αναζητούμε το γεύμα από το οποίο εξαρτάται η ζωή μας, γιατί αλλιώς θα λιποθυμήσουμε από αδυναμία στην καλύτερη (και να ευχόμαστε να μη χτυπήσουμε το κεφάλι μας στην πτώση και μείνουμε στον τόπο), ή θα νεκρωθούν όργανα μας από έλλειψη θρεπτικών ουσιών. Οπότε για να είμαστε σίγουροι ας πιούμε και κάνα δυο λίτρα νερό (ωραία, γλιτώσαμε, περάσαμε αρκετά λεπτά μακριά από τα “πρέπει” μας). Μήπως όμως πρέπει και να ξεκουραστούμε, λίγη ώρα ύπνος είναι ευεργετική για τη σκέψη μας και τα “πρέπει” θα γίνουν όπως πρέπει :)! Καλά, να μη το παρακάνουμε. Σε βλέπω, από την τόση τεμπελιά αγανάκτησες και εσύ, που για να διαβάζεις αυτά αντί να κάνεις αυτό που θα έπρεπε να κάνεις (γιατί σίγουρα κάτι δε πρέπει να κάνεις; Πώς τους ξέφυγες εσύ; Πώς ξέφυγες από τον εαυτό σου;) ) ίδια χάλια με μένα μάλλον είσαι!

Ανοίγω λοιπόν το ψυγείο και αναρωτιέμαι τι ευεργετικό μπορώ να ενσωματώσω στον οργανισμό μου, που τόσο το έχει ανάγκη (για αυτό άλλωστε είμαι εκεί και επί τόσο λεπτά κρυώνω και έχουν αρχίσει και τρέχουν και νερά γιατί κάτι έχει αρχίσει να λιώνει με την πόρτα του ψυγείου τόση ώρα ανοιχτή.)

Πω πω, πόσα χρώματα υπάρχουν εδώ μέσα… Μεταλλικές συσκευασίες αντανακλούν το φως του ηλεκτρικού ήλιου που δεν κινείται αλλά είναι πάντα στο βάθος του μεσαίου ραφιού.. Γιατί ένας ήλιος σε ένα ηλιακό σύστημα έτσι είναι φαντάζομαι, στο κέντρο και όλα κινούνται γύρω του..

Λοιπόν, λέω στον εαυτό μου:
--Θα ήθελα λίγη τούρτα επαγγελματικής ζωής με πολύ καβουρντισμένη, θρυμματισμένη υπευθυνότητα από πάνω. Και ένα κόκκινο κερασάκι ωριμότητα στην κορυφή ωραία θα ήταν!!.. Αν είχα και γενέθλια θα έμπηγα και όσα κεράκια-στόχους θα αντιστοιχούσαν, αλλά δυστυχώς δεν έχω και θα ήταν γελοίο και άκαιρο να τα βάλω, και εγώ δε κάνω τέτοια πράγματα!

Και τον ακούω τον εαυτό μου να απαντάει αυστηρά:
--Δεν έχουμε εμείς εδώ τούρτες και τέτοιες αηδίες! Αλλά εκεί έξω έχει λιακάδα και ανθισμένα λουλούδια και πριν λίγο νομίζω ότι είδα με την άκρη του ματιού μου ένα κόκκινο μπαλόνι να περνάει έξω από το παράθυρο. Μπορεί και να το προλάβεις αν βιαστείς! Οι τούρτες κάνουν κακό και τα κερασάκια έχουν συντηρητικά!!! Δες τους παχύσαρκους πνευματικά γνωστούς σου, πώς έχουν καταντήσει από τις πολλές τούρτες! Και όσο για κεράκια, έχεις ξεχάσει αναμμένα πέντε-έξι πάνω, κοντά στους καμβάδες σου. Δεν ανεβαίνεις σιγά-σιγά πριν σου καούν οι ζωγραφιές σου;

Ας κάνω όμως αυτά που πρέπει ή έστω να προσπαθήσω. Γιατί μια γνωστή μου έπαθε «αντιδραστική αρθρίτιδα» (επώδυνη πάθηση, και περιέργως όταν μετά από μήνες ανάρρωσε μόλις βγήκε από το νοσοκομείο αποφάσισε να νοικιάσει ένα γραφείο και να πιάσει δουλειά..). Και επειδή θα προτιμούσα να μη πιάσω νέα δουλειά και να μείνω με τη χαλαρή που έχω τώρα, και επειδή δε ξέρω πώς παθαίνεις αυτή την αρρώστια, καλύτερα να μη το ριψοκινδυνέψω. Να μη ρισκάρω να είμαι αντιδραστική με τα “πρέπει” μου, και αντίθετα να υποταχθώ στις εντολές των “πρέπει” του εγκεφάλου μου.. Άλλωστε ό,τι ήταν να φάω το πασάλειψα στην οθόνη του υπολογιστή μου και έγραψα με αυτό το παρόν κείμενο. Γλίτωσα αρκετά λεπτά μακριά από τα “πρέπει” μου, ε ; (αν και τώρα που το σκέφτομαι ένα τσιγάρο δε θα ήταν κακό. Δε θέλω να νευριάσω και να τσακωθώ με κανένα φίλο μου, ε; Οι τύψεις θα με αποσπούσαν μετά από τα πολύτιμα “πρέπει” μου ;D !!! )

Δυστυχώς αυτοί οι στρουμπουλοί που θα ήθελα να το διαβάσουν δε θα το κάνουν.
Γιατί απλούστατα:
Δεν Πρέπει!!??..
(στα δικά τους μάτια, για να μη χάσουν χρόνο από τη δουλειά τους,
για να μη σκεφτούν ποιοι είναι, τι θέλουν και αν είναι ευτυχισμένοι!!)
Αλλά στα δικά μου μάτια επιβάλεται να το διαβάσουν
γιατί είτε είμαι πολυ ευγενική έιτε βρίσκονται πολύ μακρια για να τους πω
"ΚΟΙΤΑ ΠΩΣ ΕΧΕΙΣ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕΙ!!
ΔΕ ΧΩΡΑΣ ΠΙΑ ΝΑ ΜΠΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ
ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΣΟΥ
ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΠΑΧΟΥΣ ΣΟΥ!!! "

We Are All Strange Here


We are all strange here...
ή αλλιώς
What does not kill me makes me stranger!! :)

Αναζητώνας με ένα λύκο την κουφάλα μου στο δάσος...


Περπατάει ο λύκος στο δάσος αθόρυβα, αφήνοντας χνάρια στο χιόνι. Ακολουθώ, νιώθωντας το μούδιασμα από την υγρασία και την παγωνιά σε όλο μου το σώμα και την ψυχή, νιώθωντας το ράπισμα στο πρόσωπό μου από τα κλαδιά των δέντρων. Δε μπορώ όμως να κάνω κάποια στάση να ξεκουραστώ λίγο, δε προλαβαίνω να ανάψω φωτιά, δεν έχω χρόνο ούτε να καλυφθώ με τα ρούχα μου που τα παρασύρει ο αγέρας. Το αγέρωχο ον, δε ξέρω αν θα περιμένει. Και εγώ θέλω να πάω εκεί που πάει, με όλη μου τη ψυχή. Θέλω επιτέλους να βρω την κουφάλα μου σε ένα κορμό δέντρου στο δάσος. Την κουφάλα της οποίας χρόνια κουβαλάω το κλειδί στην καρδιά μου και γίνεται όλο και πιο βαρύ, όλο και πιο ασήκωτο. Τόσο βαρύ, που φοβάμαι να μπω σε σκοτεινά νερά μεγάλου βάθους, μήπως το βάρος του κλειδιού με παρασύρει και φυλακιστώ για πάντα στην αγκαλιά του σκοτεινού βυθού. Θέλω να βρει το κλειδί τη θέση του και εγώ τη δική μου, και να είμαι ελεύθερη να βυθιστώ στα πάντα, ξέροντας ότι θα μπορέσω πια όποτε θέλω να αναδυθώ.
Με τη δίψα της αναζήτησης να μου δίνει ώθηση, τελικά επιτάχυνα και έφτασα το λύκο.. Γύρισε και μου έδειξε τα δόντια του. Όχι επιθετικά, αλλά σαν να χαμογελούσε. Καυτή η ανάσα του με ζέστανε. Βύθισα το χέρι μου στο τρίχωμά του και ήταν σαν το βάρος του κλειδιού να μην ήταν τόσο μεγάλο πια. Τα ίχνη μου στο χιόνι δεν ήταν πια τόσο βαθιά όσο πριν. Συνεχίσαμε την περιπλάνιση και την αναζήτηση. Για πόσο ακόμα θα τον έχω οδηγό; Θα φτάσω ποτέ, έστω και μόνη μου στον προορισμό μου; Και ποιός είναι ο προορισμός μου; Η κουφάλα-καταφύγιο ή ο γκρεμός; Ούτε ο φύλακας του δάσους δε ξέρει τι θα απογίνω.. Μόνο εκείνος θα συνεχίζει να διασχίζει τα δάση του κόσμου έστω και σαν αγέρας στα κλαδιά, αν όχι λευκός αγέρωχος καθοδηγητής..
Και ίσως όταν χαθώ και λιώσω και το κλειδί μου μείνει μόνο του στο δάσος, κάποια στιγμή το βρει. Και με θυμηθεί, με το μπρούντζινο μεγάλο μου κλειδί γεμάτο χρωματιστές πέτρες. Γιατί ακόμα κι αν μέχρι τότε θα έχει σκουριάσει, θα είναι ακόμα το δικό μου κλειδί και ίσως έχει ακόμα πάνω του σάρκες από την καρδιά μου.

2/3/09

Νοητικά αγάλματα..


Ένα κειμενάκι μου από παλιά. Όταν αποφάσισα να βρω τον εαυτό μου για να πετάξω τις χαμογελαστές μάσκες μου και κάτω από αυτές να διαγραφεί ένα αληθινό χαμόγελο. Ό,τι και να έγινε, ότι κι αν έχασα σε αυτή την προσπάθεια, τουλάχιστον βρήκα εμένα...

Τι έχω; Ώρες-ώρες νιώθω σαν να μη ζω, να μην υπάρχω. Να περιμένω κάτι που δε θα έρθει ποτέ. Δε ξέρω τι θέλω για να νιώσω χαρα. Κυλάει σαν άμμος ανάμεσα στα δάχτυλά μου η χαρά. Τα όνειρά μου παγώνουν και γίνονται ακούνητες μαρμάρινες στήλες που με κοιτάζουν με πίκρα με το νεκρό τελευταίο βλέμμα τους. Αγάλματα μαρμάρινα που περιμένουν τη ζωή ξανα, κλεισμένα σε μέρη που τα φυλάκισα εγώ, χωρίς να ξέρω το λόγο, και δε μπορώ πια να τα ελευθερώσω.
Πόσα νεκρά όνειρα και ιδέες κουβαλάω μέσα μου. Ένα τεράστιο νεκροταφείο ενέργειας, ζωής. Πόσα έμβρυα ιδεών αιωρούνται στο εσωτερικό μου κενό;
Θα μου λείψει άραγε ποτέ ο εαυτός μου; Έχουμε περάσει τόσο καιρό μαζί. Έχουμε ζήσει σε τόσους κόσμους μαζί, που πια δεν αντέχω να είμαι μόνο μαζί του. Τον φοβάμαι.. Και όλοι με αφήνουν μόνη να σκοτώνω τα όνειρά μου, τις ιδέες μου, γιατί έτσι νομίζω πως πρέπει να κάνω όσο τους περιμένω για να ζήσω..
Άκου τις κραυγές των ονείρων σου. Εϊναι οι δικές σου κραυγές στον εαυτό σου. Κλείσε τα μάτια σου, βυθίσου μέσα σου και αφουγκράσου. Ακολούθησε το λαβύρινθο των σπλάχνων σου και εντόπισε τα όνειρα. Βγάλτα στο φως και άστα ελεύθερα να ζήσουν μαζί σου. Ζήσε!!

Θα βρείς ποτέ "στεριά" να φυτέψεις την "τροφή" σου; Εδώ το χώμα δεν είναι αρκετό, δεν είναι ζωντανό. Νερό, νερό. Νερό παντού, αλμυρό σαν δάκρυα...

"Φυλαγμένο στα σπλάχνα μου
Νερό της παραφροσύνης
Πηκτό πανάρχαιο
Τρικυμιάζει
Σωπαίνει
Οδύρεται
Ζητά ανέλπιδο
Ψυχές στην έρημο
Χείλη ολόστεγνα
Χώμα ξερό ανέραστο
Να το δροσίσει" (Αγγέλακας)

Στάχτη... Σαν στα παραμύθια


"Θυμήσου τότες που θυμάμαι
που σε συναντούσα στο σταθμό
Κι ερχόσουν τότες που κοιμόμουν
φύσαγε τ' αγέρι σιγανό.
__



Ερχόσουν και με συναντούσες
Ω ψυχή μου πόσο, πόσο μ' αγαπούσες
Ερχόμουν και σε συναντούσα
Ω ψυχή μου πόσο, πόσο σ' αγαπούσα.
__



Για σκέψου τώρα που φοβάμαι
πως τσαλαβουτάμε στον αφρό



Στολίσου κι ας μην καρτεράμε



χάσαμε τ0 τρένο για καιρό.
__



Ω ψυχή μου να μην το ξεχάσεις
Με δύο γιασεμιά σου πέφτει πρέπει να με θάψεις
Ω ψυχή μου να μην το ξεχάσω
Με δύο γιασεμιά μου πέφτει πρέπει να σε θάψω."..
(Νικόλας Άσιμος)


Μια χούφτα στάχτη...

Μια χούφτα στάχτη...
Μόνο αυτό έχω για σένα.
Να ανοίξω την παλάμη μου
κι ο αγέρας να τη σκορπίσει πάνω σου.
Μια χούφτα στάχτη
από το πένθος μου
για τον εαυτό μου όταν με σκότωσες.
Και με άφησες μόνη
,να καλυφθώ από τις στάχτες μου.
Μόνο αυτό έχω για σένα...
Λίγη στάχτη να πετάξω προς το μέρος σου.
Για να θρηνήσεις πια εσύ
όλα τα χαμένα στη ζωή σου.
Να πενθήσεις με λίγη στάχτη πάνω σου
ενώ περιμένεις ένα τραίνο φάντασμα
να σε οδηγήσει στα όνειρά σου.
Τα όνειρα που ξέχασες
και θόλωσαν και έσβησαν.
Τα όνειρά σου που έφυγαν
και σ' άφησαν μόνο...

Αλήθεια? Μπα... Παραμύθια!

Αν και μικροσκοπικο,
το φεγγαρι σήμερα με τυφλώνει.
Γιατί διαθλάται σε άπειρα φεγγάρια
στα δάκρυα των ματιών μου..
Γιατί ζητάω φτερά κύκνου
και όχι χρυσούς τοίχους.
Χώρες για να δω
και όχι να κατακτήσω.
Κάθε μέρα μιλάω για την πραγματικότητα,
και τη νύχτα μιλάω για τα όνειρά μου.
Και πια δε θυμάμαι αν είναι μέρα ή νύχτα.
Γιατί κάθε "μέρα" δραπετευέω και με ένα άλλο ταξίδι
και σε ένα άλλο παραμύθι.
Και πια δε θυμάμαι ποια είμαι, πού είμαι
και ποιούς έχω συναντήσει πραγματικά.
Και δε ξέρω πια και αν έχει σημασία.
Γιατί θυμάμαι πόσα άστρα μέτρησα
τη "μέρα" που βυθίστηκα στο σκοτάδι.
Γιατί θυμάμαι τι εικόνες ζωγράφιζαν τα φώτα της πόλης
τη "μέρα" που πέταξα από πάνω της.
Γιατί θυμάμαι τη μυρωδιά των καμμένων μου μαλλιών
τη "μέρα" που με πλησίασαν πολύ οι φλεγόμενες πεταλούδες.
Γιατί θυμάμαι την υφή του χρόνου
όταν κύλησε ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
Γιατί θυμάμαι το θρόισμα της φωνής μου
όταν περιπλανήθηκα σαν αγέρας ανάμεσα στα δέντρα
και φύσηξα το όνομά σου.
Και αφού δεν υπάρχει κανείς να μου σφίξει το χέρι όταν πονάω
ή να μου τραγουδάει
όταν δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και φοβάμαι,
θυμάμαι πόσοι σφυριλάτησαν την πανοπλία μου
και τη στόλισαν με ξερά φύλλα
για να μη με νικήσουν οι φόβοι μου.
Μη με ενοχλείτε, ονειρεύομαι...