1/7/09

Self-murder.. Waking up in a lake of blood..

Ό,τι αγαπάς πιο πολύ, αυτό σε σκοτώνει. Πέρσι το Καλοκαίρι η Περσεφόνη έφαγε το ρόδι.. Τροφή νεκρών, τη πάγωσε, τη σκότωσε, τη φυλάκισε να μείνει εκεί και να μη φύγει μακριά του. Σταδιακά ξαναπόκτησε πνοή. Ψήγματα ζωής αιφνιδιαστικά σκίρτησαν στη ψυχή της και αποφάσισαν να ενωθούνε και να μην την αφήσουν να λιώσει τελείως. Κομμάτια ψυχής, κατακερματισμένης και συνθλιμμένης, αποφάσισαν να σχηματίσουν πυρήνες όπου συναντιόντουσαν, για να δώσουν σ’ αυτό το κέλυφος ξανά ζωή. Τα σπόρια όμως θα είναι πάντα εντός της, θάνατος θα είναι πάντα εκεί, μπλεγμένα ανάμεσα στα επανακολλημένα κομμάτια της. Και κάθε χρόνο ο κάτω κόσμος θα την καλεί και θα την περιμένει..

****

Νιώθω την ανάμνηση σου να ταξιδεύει στα αλλοιωμένα σπλάχνα μου και να τα γδέρνει γεμίζοντάς τα μικρές οπές που αιμορραγούν.. Και ξέρω ότι το επόμενο πρωί, αν θα ξυπνήσω, θα δω τα ρούχα μου κόκκινα, βαμμένα με το αίμα μου. Θα δω το σώμα μου να αιμορραγεί νομίζοντας αφελώς ότι το νεκρό αίμα μπορεί να παρασύρει και να διώξει από μέσα μου όλες τις σκέψεις που με παγιδεύουν και που μου προκαλούν πόνο.. Κουράστηκα να βλέπω, πίσω από τα κλειστά βλέφαρά μου, τα χέρια μου καλυμμένα από το αίμα μου που στάζει στο χώμα. Να αφήνει υγρά χνάρια και να λιμνάζει αντανακλώντας την θλίψη που διαγράφεται στα μάτια μου..

Λες και μόνο το αίμα από τα χέρια μου, ζωντανό και ζεστό, μπορεί να διώξει (όχι τη σωματική αλλοίωση, αλλά την ψυχική αλλοίωση και κατά συνέπεια:) τον ψυχικό πόνο.. Έτσι δεν κάνουμε και όταν μας δαγκώσει ένα φίδι; Δεν κάνουμε μια μικρή τομή στο σημείο που μας δάγκωσε για να χυθεί το μολυσμένο αίμα, να αποβάλουμε το δηλητήριο και να επιζήσουμε; Και εγώ με αυτά τα χέρια.. άγγιξα τα βλέφαρά σου, ξέσκισα την καρδιά μου για να μπεις μέσα, άνοιγα δίοδο στην ψυχή σου προσπαθώντας να περιπλανηθώ μέσα της, ψηλαφούσα στο σκοτάδι σου για να μη χαθώ, ήθελα να σε αγκαλιάσω σαν να ήσουν παιδί όταν φοβόσουν, (αλλά κρατήθηκα γιατί ήσουν ενήλικας -και γιατί τότε θα έπρεπε να παραδεχτώ ότι είμαι και εγώ παιδί και να αφεθώ σε οτιδήποτε με καλούσε, ακόμα κι αν οδηγιόμουν στο χαμό μου, ακόμα κι αν ξεκλείδωνε τους φόβους μου που με κυνηγούσαν ακόμα ανηλεώς)… Κατάλαβα πριν από ενάμιση χρόνια ότι ο μικρός πρίγκιπας ίσως δεν πήγε στον πλανήτη του (όπως νόμιζα τις αμέτρητες φορές που το είχα διαβάσει στο παρελθόν) αλλά μάλλον, μπορεί και να πέθανε.. Και τελικά επιβεβαιώθηκα. Όταν είσαι αφελής, παιδί, απλώς κάποιος θα έρθει και θα σε “σκοτώσει” ,αφού σε πείσει ότι έτσι θα επιστρέψεις σε όλα όσα νοσταλγείς από έναν άλλο πλανήτη, από μια άλλη ζωή σου, από ένα όνειρό σου..

Και δυστυχώς ούτε το αίμα, αλλά ούτε και τα δάκρυα μπορούν να αποβάλουν από μέσα μου τον πόνο. Δε μπορούν να παρασύρουν και να σβήσουν τις σκέψεις που από τον εγκέφαλό μου εφορμούν σε κάθε μου άρθρωση, σε κάθε μου μύα και με κάνουν να κουλουριάζομαι από την οδύνη (κρίμα, και τα μάτια είναι τόσο κοντά στο μυαλό που ήλπιζα ότι θα ήταν μια επιτυχής έξοδος των σκέψεων και των αναμνήσεων..). Και όσο κι αν κουλουριάζομαι κάτω από τα σκεπάσματα και βυθίζομαι στο σκοτάδι τους, (μία σφαίρα τυλιγμένη με υφάσματα στα πόδια του κρεβατιού) το σκοτάδι δε με παρηγορεί, δε μου φέρνει τη λήθη, δε σβήνει την πραγματικότητα.. Όσο ζεστά και αποπνικτικά κι αν είναι εκεί, όσο κι αν σιγά-σιγά η ανάσα γίνεται όλο και πιο ακατόρθωτη, δε μπορεί να με απαλλάξει από τον κόσμο που βρίσκεται στο φως, έξω από το παράθυρό μου.. Όσο δυνατά κι αν ουρλιάζω ούτε το στόμα μου έχει αποδειχθεί ακόμα η έξοδος για να σε βγάλω από μέσα μου...

Έτσι…

Συνεχίζουν να με καταδιώκουν
οι αναμνήσεις μου.
Κάθε βράδυ,
τα δευτερόλεπτα πριν κοιμηθώ,
εξακολουθούν να με μαχαιρώνουν πισώπλατα..
Βλέπω τη λάμψη της αιχμής του μαχαιριού,
νιώθω τον πόνο να εισχωρεί στη σάρκα μου,
αποκοιμιέμαι
και το πρωί ζω ακόμα.
Τη μέρα ο πόνος με ροκανίζει.
Πονάνε οι αρθρώσεις μου,
οι μύες, τα νεύρα του κορμιού μου
αλλά ζω.
Πεθαίνει η ψυχή μου,
πονάει η καρδιά μου
και ακόμα ζω.
Και ελπίζω ότι την επόμενη μέρα θα πονάω λιγότερο.
Αλλά μερικές επόμενες μέρες πονάω περισσότερο.
Και κατά βάθος φοβάμαι τη στιγμή που θα πάψω να πονάω.
Γιατί φοβάμαι ότι οτιδήποτε πονάει μέσα μου θα έχει πεθάνει,
και τι άραγε θα έχει απομείνει;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου